Μια οικεια ιστορια

By | 5:46 μ.μ. Leave a Comment
Σηκώνεσαι ένα πρωί και ξαφνικά δεν υπάρχεις όπως ήξερες, όπως νόμιζες πως υπάρχεις ή όπως ήθελες να υπάρχεις…
Σηκώνεσαι και είσαι εσύ. Έτσι απλά, χωρίς όνειρα, χωρίς προσδοκίες χωρίς φαντασία στη ζωή σου. Όλα έχουν αλλάξει γύρω σου, το σκηνικό είναι πλέον διαφορετικό και οι ηθοποιοί μέτριοι. Κανένας ρόλος δεν παίζεται σωστά. Φίλοι με ερωτηματικά, περνούν μέσα και έξω απ’ τη ζωή σου. Το παρελθόν σβήνει σε θολές αναμνήσεις, οι οποίες με τη σειρά τους και ολοένα λιγοστεύουν εξαφανίζοντας απ’ τη ζωή σου στιγμές…



Εκείνο το πρωί λοιπόν ξύπνησες νεκρός για άλλη μια φορά φτωχούλη του θεού. Ξύπνησες, αφόδευσες, έφαγες, ντύθηκες και έφυγες για τη ρουτίνα σου. Ξεκίνησες τη μέρα σου όπως όλες τις άλλες τώρα τελευταία, κινήθηκες ελάχιστα, είδες και παρατήρησες λίγα, ίδια, ασήμαντα γεγονότα στη ζωή σου, εργάστηκες, έφαγες, ήπιες, γύρισες, είδες, ξεκουράστηκες από την ξεκούραση και αφανιστικές στα βαθειά λιβάδια του άδειου ύπνου σου.
Ένα γαμημένο πρωί όμως, ένα συγκεκριμένο πρωινό απλά σηκώθηκες και τα είχες σιχαθεί όλα. Και βάλθηκες να τα αλλάξεις. Και έχασες ξαφνικά όλα τα κιλά, έγινες πάλι όμορφος, φλέρταρες ξανά. Πήγες στο θέατρο, έφαγες καλά και ήπιες το ‘’καλό’’ το ουίσκι. Έγινες πάλι μερακλής, έκανες πάλι λάθη και άρχισες να ζεις. Ερωτεύτηκες αν και δεν έπρεπε, χάζωσες και δόθηκες σε αγκαλιές και χάδια ξένα. Αγόρασες, ξόδεψες και πήγες να δεις ότι δεν είδες ως τα τώρα. Και ή δίψα ποτέ δεν έσβηνε, ή όρεξη δε λιγόστευε και συνέχισες. Πληγώθηκες και πάλι, και επειδή είχε πάει καιρός από την τελευταία πληγή είχες ξεχάσει και ξενίστηκες. Αλλά σου άρεσε και συνέχισες γιατί πια όλα ήταν αλλιώς. Και ξαφνικά τα είχες όλα, και γυναίκα, και ερωμένη, και σπορ αμάξι και ταξίδια, και βλέμματα και χρήματα να ξοδέψεις και όλα ήταν αλλιώς. Ξύπνησες πάλι ένα πρωί και μ’αυτά ήσουν άδειος. Και σε βάραιναν τώρα. Σε βάζανε στη μέγγενη και σε πιέζανε απο παντού. Το χάδι έγδερνε, η ματιά κούραζε και η φωνή νευρίαζε. Υπήρχες για τα αντικείμενα σου και όχι αυτά για σένα. Και ήθελες να φύγεις και από κει. Και θύμωσες με τον εαυτό σου. Και βγήκες σιγά σιγά πάλι στα παλιά σου λημέρια. Που δε σ’ άρεσαν, που από ‘κει ήθελες να φύγεις. Και βρέθηκες χαμένος στο πουθενά σου, στο τίποτα. Χωρίς θέλω μα με πολλά πρέπει. Χωρίς μπορώ ή δε μπορώ μα με πολλά μα πολλά πρέπει. Και βρέθηκες πάλι από κει που ξεκίνησες. Μωρό, χωρίς τη μάνα να σου γλύφει τις πληγές τούτη τη φορά. Χωρίς να σε προσέχουν. Και έκανες το κύκλο σου και ‘συ έναν απ’ τους πολλούς.

Στην αρχή μου είναι το τέλος μου. Με τη σειρά τους, σπίτια σηκώνονται και πέφτουν, θρυμματίζονται, επεκτείνονται, μετακινούνται, καταστρέφονται, αναδομούνται ή στο μέρος τους τώρα είναι πια ένα ανοιχτό λιβάδι, ή ένα εργοτάξιο, ή ακόμη ένα μονοπάτι, παλιά πέτρα σε καινούργιο κτίριο, παλιό ξύλο σε καινούργιες φωτιές, παλιές φωτιές σε στάχτη και στάχτη στη γή…
…Σπίτι είναι από κει που ξεκινάει κανείς. Όσο γερνάμε ο κόσμος γίνεται παράξενος, το σχέδιο πιο περίπλοκο των ζωντανών και των νεκρών. Όχι την έντονη στιγμή απομονωμένη χωρίς πριν και μετέπειτα. Αλλά μια ολόκληρη ζωή να καίει σε κάθε της στιγμή. Και όχι η ζωή ενός ανθρώπου μόνον, αλλά σαν παλιές πέτρες που δεν ερμηνεύονται. Υπάρχει κάποια στιγμή για το δειλινό κάτω από την αστροφεγγιά. Και κάποια στιγμή για το δειλινό κάτω από το φως της λάμπας.
(Το απόγευμα με το άλμπουμ με τις φωτογραφίες).
Η αγάπη είναι σχεδόν απόλυτα αυτούσια όταν το ΕΔΩ και το ΤΩΡΑ παύουν να έχουν σημασία.
Οι παλιοί άνθρωποι υποχρεούνται να ερευνούν, εδώ ή εκεί δεν έχει σημασία. Πρέπει να είμαστε διαρκείς αλλά και διαρκώς να κινούμαστε σε μία άλλη οντότητα. Για μια περεταίρω συνένωση, μια πιο βαθειά κοινωνία, μέσα στο κρύο σκοτάδι και την άδεια εγκατάλειψη, τα κύματα κλαίνε, ο αέρας κλαίει, τα μεγάλα νερά των θαλάσσιων πουλιών και των εκεί θηλαστικών.
Στο τέλος μου είναι η αρχή μου…

EAST COKER
(No. 2 of 'Four Quartets')
T.S. Eliot
*κείμμενο εμπνευσμένο από το βιβλίο ΄΄κωμικοί έρωτες'' του M.Kundera


Νεότερη ανάρτηση Παλαιότερη Ανάρτηση Αρχική σελίδα

0 σχόλια :